Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΧΩΝΙ


ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ΤΟ ΧΩΝΙ

Χειμωνιάτικο απόγεμα του ’42 . Σιγά σιγά καταφτάνουν μπρος στον κλειστό φούρνο, γυναίκες, άντρες, γέροι, γριές, νέες, νέοι και μια κυρία με βαρύ πανωφόρι. Όλοι είναι εξαντλημένοι, κακοντυμένοι, με σκαμμένα πρόσωπα από την πείνα και τις αγωνίες. Ένας ένας μπαίνει στην ώρα. Σφίγγονται να ζεσταθούν. Το κρύο είναι τσουχτερό και ρίχνει χιονόνερο. Στην αρχή είναι σιωπηλοί, αλλά σε λίγο αρχίζουν να μιλούν. Κάποια γυναίκα βήχει.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Γιατί αργεί ν’ ανοίξει; Λέει να μη μας δώσει ούτε σήμερα ψωμί;
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Ψωμί είναι αυτό; Είναι από ξύλο, ακούς.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Μωρέ ας δώσουν κι ό,τι να ’ναι.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ:  Είπαν πως θα δώσουν. Το πρωί έτσι είπαν. Δεν μπορεί να μας αφήσουν και σήμερα έτσι. Ο κόσμος πεινά.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Σου ’καμαν συμβόλαιο, κυρά; Αν σου ’καμαν, αλλάζει το πράμα.
ΜΙΑ ΓΡΙΑ: Και πώς θα πάω σπίτι μου μ’ αυτό το σκοτάδι… Δε βλέπω η κακομοίρα…
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Και μήπως έχει κανείς και στο σπίτι του λίγο φως. Μόλις νυχτώνει πέφτουμε και κοιμόμαστε. Πού λάδι ν’ ανάψει κανείς ένα καντηλάκι;
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΣ: Χτυπήστε ν’ ανοίξουν.
ΚΑΠΟΙΟΣ ΧΤΥΠΑ: Ανοίχτε κοκαλώσαμε! (καμιά απάντηση). Ανοίχτε!.. (τίποτα).
ΜΙΑ ΓΡΙΑ: Οι αμαρτίες μας. Ο Θεός μας άφησε. Δε μας λυπάται πια. Γίναμε κακούργοι… φονιάδες, καταδότες.
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Έκαμες γιαγιά καμιά από τις αμαρτίες που λες; Έκλεψες, σκότωσες, πρόδωσες κανένα;
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτοί που τα κάνουν δεν κάθουνται στις ουρές, έννοια σου. Κάθουνται στις πολυκατοικίες και τους κουβαλάν τα ψώνια οι μαυραγορίτες.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Χτυπάτε, μπρε σεις, οι μπροστινοί. Χτυπάτε, θα μας δώσουν ψωμί για όχι; Δώστε μια κλωτσιά στην πόρτα.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Ας μας πουν, να πάμε στα σπίτια μας. Εχτές τα ίδια μας έκαμαν. Καρτερούσαμε ώρες και στο τέλος μας έδιωξαν. Άφηκα τον άντρα μου άρρωστο. Έχει πρηστεί… τα πόδια του είναι τούμπανο. Έτσι πρήζουνται όλοι. Είναι από κει που δεν τρεφόμαστε, έτσι λένε.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Όλοι θα πεθάνομε… όλοι. Ποιος μπορεί ν’ αντέξει. Για πήγαινε να δεις τι γίνεται παρακάτω… οι άνθρωποι κείτονται στα πεζοδρόμια ψαθί… τώρα δε, καθώς ερχόμουν, ένα παλικάρι ξερνούσε αίμα στο δρόμο… κι ούτε στεκόταν κανένας να το βοηθήσει.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Ακόμα κι η συμπόνια χάθηκε από τον κόσμο. Βλέπουμε τον άνθρωπο να πεθαίνει και τον προσπερνούμε… μια φορά μάζευα τα γατιά από το δρόμο και τους έδινα να φάνε… και τώρα δε λυπόμαστε τον όμοιό μας. (κάποια κοπέλα βήχει)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Βρε κορίτσι μου, είσαι πουντιασμένη… τι στέκεσαι σ’ αυτό το κρύο… έτσι παίρνεται ο πλευρίτης… πήγαινε σπίτι σου. Δεν έρχεται κανείς άλλος, μόνη ήρθες που…
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ: Ποιος να ’ρθει; ο αδερφός μου γύρισε άρρωστος από το αλβανικό. Τον άφησα κι αυτόν με πυρετό… Κι εγώ από το κρεβάτι σηκώθηκα. Τι να κάνομε… Τίποτε δε μας έμεινε. Ως τώρα πουλούσα τα λίγα προικιά που είχα κάμει. Αλλά τελείωσαν κι αυτά… (βήχει)
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Αφήστε με περάσω μπρος, την Παναγιά τους. Γιατί δεν ανοίγουν; (ο άντρας κάνει να πάει μπρος)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Δε τα παίρνετε. Κάτσε στη θέση σου, κολπατζή. Θέλει να πάει μπρος από τους άλλους (γέλια)
ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ: Μανούλα, πεινάω. Πότε θα μας δώσουν ψωμάκι;
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Το κακόμοιρο!
Η ΜΑΝΑ: Ήρθε μαζί μου, για να φάει το κομμάτι του μια ώρα πρωτύτερα. Δεν είχε υπομονή. Τώρα, μωρό μου…τώρα. Κι άλλοι περιμένουν σαν κι εμάς, κοίτα τους.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ: Πεινάω…
ΜΑΝΑ: Τι να σου κάνω, αγόρι μου. Τι να σου κάμω.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Και που ’μαστε ακόμα! Έχουν να δουν τα μάτια μας! Όσο πηγαίνει θα σφίγγει το λαιμό μας η θηλειά.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος να μας το ’λεγε,  όταν τα παλικάρια μας νικούσανε στην Αλβανία πως θα μας εύρισκε τούτη η δυστυχία και η σκλαβιά.
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ: Έτσι είναι, όποιος τα βάζει με το δυνατότερό του. Ας καθόμαστε στ’ αυγά μας. Τα βάλαμε με την Ιταλία! Δεν το ξέραμε το τέλος ποιο θα ’τανε;
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Ώστε σεις προτιμούσατε να ’ρθουνε μέσα στα σπίτια μας και να τους πούμε και καλώς ορίσανε, έτσι; Ωραία!
Η ΚΥΡΙΑ: Και μήπως το γλιτώσαμε αυτό; Και τον κόσμο μας χάσαμε και στα σπίτια μας μπήκανε. Χέρι που δεν μπορείς να το κόψεις, φίλησέ το, λέει ένας λόγος. Και λέει σωστά. (στη σιωπή ακούγονται βήματα ρυθμικά από μπότες γερμανικές).
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Σςςς! Αφήστε αυτές τις κουβέντες. Μη μας βρει κανένας μπελάς.
(Από τη γωνιά φαίνονται να περνούν Γερμανοί. Όλοι βουβαίνονται. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται στην απόσταση. Όσο ακούγονται κανείς δε βγάζει άχνα. Έπειτα γίνεται κάποια κίνηση και άρχισε το κουβεντολόι.)
ΜΙΑ ΓΡΙΑ: Τι έγινε χτες στο τραμ, στο Κουκάκι… Σαν το θυμάμαι…
ΠΟΛΛΟΙ: Τι; τι;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Το τραμ κατέβαινε φορτωμένο. Ένας κακόμοιρος κρεμόταν απόξω με το ’να πόδι να πατά στο σκαλί. Εκεί στην Πύλη του Αδριανού βλέπουμε να τρέχει ένας Γερμανός ν’ ανεβεί. Το τραμ πήγαινε αργά εκεί στη στροφή και το πρόφτασε. Πώς όμως ν’ ανεβεί; Κι από πού να πιαστεί…  κόσμος σας λέω. Τι κάνει το λοιπόν; Τραβά και ρίχνει τον άνθρωπο. Οι επιβάτες βάζουν τις φωνές… Το τραμ σταματά και το σκυλί αρχινά τον άνθρωπο με τις κλωτσιές. Τον βαρούσε με τη μπότα, όπου εύρισκε. Στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στα πλευρά. Να τον σκοτώσει.
ΠΟΛΛΟΙ: Κι αυτοί που τον έβλεπαν;
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Στεκόντουσαν βουβοί, κερωμένοι, ίδια λείψανα. Κι ο άνθρωπος να βογκά πεσμένος χάμω, με τα αίματα να του τρέχουν ποτάμι. Πω! πω! τ’ ήταν αυτό!
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Αμ’ εγώ δεν είδα να σπάζουν το χέρι ενός παιδιού; Πήγε λέει να τους κλέψει μια κουραμάνα από το καμιόνι. Άγριοι άνθρωποι. Σε σκοτώνουν στο πι και φι.
Η ΚΥΡΙΑ: Έτσι είναι. Κατακτηταί αυτό θα πει. Μα γι’ αυτό έπρεπε να καθόμαστε φρόνιμα.
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Σήμερα όμως όλος ο κόσμος μιλά για το λαό μας με θαυμασμό. Πότε η Ελλάδα δεν ήταν μικρή κι αδύνατη.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ήταν, αλλά κείνα τα χρόνια. Σήμερα έρχεται το αερόπλανο και σου αμολά μια μπόμπα και σε κάνει στάχτη στο λεπτό.
ΚΥΡΙΑ: Βεβαίως… βεβαίως.
Η ΚΟΠΕΛΑ: Αυτοί με τις μπόμπες και μεις με το δίκιο μαζί μας, να δούμε ποιος θα νικήσει στο τέλος.
ΜΙΑ ΦΩΝΗ: Χριστός και Παναγία! Κοιτάτε τι γίνεται εκεί. (Πίσω από τις ράχες της ουράς παιδάκια έχουν έρθει και ψάχνουν τα σκουπίδια ενός τενεκέ αναποδογυρισμένου. Τα παιδάκια γονατιστά σκαλίζουν και παίρνουν πορτοκαλόφλουδες, κοτσάνια από λάχανα και κουνουπίδια, κόκαλα, αποκαθαρίδια ροδάκινων και τα χώνουν στον κόρφο τους)
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τώρα μόνο το βλέπεις αυτό! Όπου ένας σωρός σκουπίδια εκεί και παιδιά ψάχνουν με τα σκυλιά. Τι να κάμει ο κοσμάκης. Η πείνα θερίζει. Όλοι είναι πρησμένοι… Πήγαινε να δεις στο νεκροτομείο… να τους κουβαλάν με τα κάρα. Πεθαίνουν στους δρόμους οι άνθρωποι σαν μύγες.
ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ: Σωπάστε κι ανοίγουν. (Όλοι σπρώχνονται προς την πόρτα. Από μέσα ακούγεται ο κρότος του κλειδιού και της αμπάρας. Ανοίγει το πάνω πορτί και προβαίνει η μούρη ενός με άσπρο ψηλό σκούφο)
ΟΛΟΙ: Ε, τι θα γίνει δω χάμω. Θα μας έχετε πολύ ακόμα να στεκόμαστε. Νυχτώσαμε. (η μούρη χωρίς να μιλήσει μπαίνει μέσα και κλείνει. Συγχρόνως φτάνουν δυο αστυνομικοί που χτυπούν. Λένε, «ανοίχτε» και μπαίνουν στο φούρνο. Η πόρτα ξανακλείνει)
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Μπήκατε στο νόημα;
ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ: Καλά σαν… τα καρβέλια θα βγουν από πίσω και θα περάσουν στη μαύρη αγορά.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, ανοίχτε…
ΜΙΑ ΦΩΝΗ: Θα σπάσουμε την πόρτα (χτυπά την πόρτα με γροθιές)
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Αν μ’ αφήνατε τα πολυώρα να μπω μπρος, θα ’χει τελειώσει αυτό το βάσανο Στεκόσαστε σαν πρόβατα (φωνάζει) Το ψωμί! ψωμί! (όλοι μαζί) ψωμί! ψωμί! (βγαίνουν οι αστυφύλακες)

ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Ε, ησυχία.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Κυρ-αστυφύλακα, στεκόμαστε ώρες… κοκαλώσαμε… Τι θα γίνει; (ο αστυφύλακας δεν απαντά)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Του λόγου σου έφαγες, μας ρωτάς και μας;
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Έλα… λίγα τα λόγια.
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: (έρχεται από τη γωνιά και μυστηριώδικα) Τους είδα… τους είδα… βγάζουν ψωμιά… τα πήρε η υπηρέτρια του Μάνεση που έχει την πολυκατοικία. Τρία ψωμιά της έδωσε… Τα ’χαν τυλιγμένα σε μια πάνα να μη φαίνονται. Μου είπε η ίδια.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Κυρ-αστυφύλακα, κοίτα τι γίνεται εκεί μέσα, είναι αίσχος.
ΟΛΟΙ: Αίσχος! αίσχος!
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Σωπάστε, γιατί θα σας διαλύσω… τσιμουδιά.
Η ΚΟΠΕΛΑ: Έβγαλαν κι άλλα ψωμιά… Να τος, αυτός που πάει… αυτός, αυτός! πάει τοίχο τοίχο…
ΦΩΝΕΣ: Ε, συ! σταμάτα! σταμάτα! ρε συ!
ΟΛΟΙ: Ανοίχτε! ψωμί… θέμε ψωμί…
ΕΝΑΣ: Τα βγάζε από την πισινή πόρτα, θα πάμε στην αστυνομία… Εμπρός όλοι στην αστυνομία.
- Να πάμε
- Να σπάσουμε τις πόρτες.
- Να καταγγείλομε το φούρναρη…
- Ο αστυφύλακας είναι και βλέπει αυτό το αίσχος.
Η ΜΟΥΡΗ ΠΡΟΒΑΙΝΕΙ: Δεν υπάρχει ψωμί… Αύριο θα ’χει. Το ψωμί θα το πάρουν οι ξένοι στρατοί… (κλείνει)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι κάνω τώρα; (με απελπισία) Πώς θα πάω μ’ αδειανά τα χέρια… τι θα πω στα παιδιά μου (την παίρνει το κλάμα). Δεν είναι ζωή αυτή… Δυο μέρες δίνω στα παιδιά μου τα κοτσάνια από τα λάχανα που βρίσκω στο δρόμο. Γιατί δε μας σκοτώνουν μια και καλή.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Σώπα, καημένη… όλοι το ίδιο υποφέρουμε. Ας κάνομε υπομονή… ίσως ο θεός μας λυπηθεί…
ΤΟ ΠΑΙΔΙ: Δε θα μας δώσουν, μάνα, ψωμάκι;
Η ΜΑΝΑ: Δεν έχει παιδί μου.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ: Μα πεινώ, μάνα.
ΜΑΝΑ: Πεινάς, πουλάκι μου, το ξέρω… μα τι να σου κάμω;
ΜΙΑ ΓΡΙΑ: Έλα, παιδάκι μου… μου ’δωσαν μια χούφτα σταφίδες για το Ελενάκι μου και θα τις μοιράσω (βγάζει από την τσέπη της σ’ ένα πανί δεμένες λίγες σταφίδες και δίνει μισές στο παιδί).
Η ΜΑΝΑ: Ευχαριστώ, κυρούλα, καλά να ’σαι.
Η ΓΡΙΑ: Δα δε βοηθηθούμε οι φτωχοί μεταξύ μας ποιος θα μας βοηθήσει; (το παιδί τρώει τις σταφίδες μία μία.)
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Το καημένο, (το χαϊδεύει). Τα παιδιά… αυτά σου ραγίζουν την καρδιά (η ουρά διαλύεται.)
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Μη φεύγετε! Εδώ θα μείνομε… ας έρθουν να μας διαλύσουν με τα κλομπς. Θέμε το ψωμί μας. Πεινούμε. (τρέχει μπαίνει μπρος και βαρά γροθιές στην πόρτα). Ανοίχτε! Ανοίχτε! Δεν ακούμε τίποτα! Θέλουμε το ψωμί μας…
Η ΜΟΥΡΗ: Πηγαίνετε στην κομαντατούρ, στο κομάντο πιάτσα. Σ’ αυτούς τα παράπονά σας.
(Ένα κοφίνι λαχανίδες φτάνει με το καρότσι σ’ ένα μανάβικο και η ουρά τρέχει προς εκεί.)
Ο ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (βγαίνοντας από το φούρνο) Ε, στη σειρά, (ο κόσμος μπαίνει στη σειρά)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: (σε μια άλλη) Όχι, κυρά μου, δεν είσαι εσύ… στεκόσουν πίσω.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πώς πίσω…
(φωνές) Ναι, ναι, ήσουν πίσω.
ΜΑΝΑΒΗΣ: Εμπρός… άλλοι στις λαχανίδες… ε ρε πράμα που το ’χω πάλι σήμερα… ε, πάρε τα χέρια σου, εγώ δίνω μισή οκά μόνο… να πάρουν όλοι…
ΦΩΝΗ: Εγώ ήμουν εδώ… πώς θα πάρεις πρώτος εσύ…
ΦΩΝΗ: Γιατί σπρώχνεις του λόγου σου;
ΦΩΝΗ: Ε, μανάβη… Είμαστε και μεις εδώ… το κοφίνι αδειάζει γρήγορα βλέπω.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Χμ… έχομε και τέτοια… αυτά μας έλειπαν… (περνά ένα κορίτσι μ’ ένα Γερμανό).
ΜΙΑ ΑΛΛΗ: Σαν δεν ντρέπονται. Ου, να χαθείτε παλιοκόριτσα… Κοίτα κατάσταση, ο κόσμος να χάνεται κι αυτή να σου έχει αλαμπρατσέτα.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Πεινά ο κόσμος, κυρά…
ΜΙΑ ΦΩΝΗ: Φέρτε λίγο νερό… νερό! γρήγορα!
- Τι τρέχει;
- Η κοπέλα λιγοθύμησε
- Ποια κοπέλα;
- Η άρρωστη κοπέλα…
- Κείνη που έβηχε.
- Το κακόμοιρο.
(Το φέρνουν στη σκηνή και το καθίζουν χάμω.)
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Έλα δω…
- Φέρτε ένα φορείο…
ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Πού κάθεσαι;
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ: (Κάνει μορφασμό πόνου και δε μιλά.)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Φέρε πρώτα το φορείο κι έπειτα ρωτάς, δε κοιτάς πως σβήνει… Ξάπλωσ’ την κάτω.. ξαπλώστε την…
- Μ’ αυτή καεί καλά… έχει πυρετό… (το κορίτσι βήχει).
- ’Σύχασε, κοπέλα μου, τώρα θα σε πάνε σπίτι σου… πού κάθεσαι;
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ: Τέρμα… Αμπελοκήπων (σιγά σιγά, μόλις ν’ ακούεται)
- Πω πω… τέρμα Αμπελοκήπων!...
- Πάμε, ο αστυφύλακας όπου να ’ναι θα ’ρθει… κάνε κουράγιο… δεν είναι τίποτας… (της δίνουν νερό).
ΦΩΝΗ: Τέλειωσαν οι λαχανίδες…
ΠΟΛΛΟΙ: Τέλειωσαν! Ω δυστυχία μας…
ΜΑΝΑΒΗΣ: Περάστε απόψε όπως μπορείτε κι αύριο θα ’χετε τα καλά του Θεού.
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Κοροϊδεύουν κιόλας… Τι ανάγκη έχουν…
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ας πάω σπίτι μου…
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Ούτε θα ξανάρθω… εκεί να πεθάνομε… Τι τη θέλομε τέτοια ζωή…
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα τι έγινε ο αστυφύλακας, δε θα φέρει κανένα μέσο να πάει το κορίτσι σπίτι του… Εδώ θα μείνει… Να πεθάνει στο δρόμο! (ακούγεται καρότσι).
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Νάτο έφτασε! Έλα, κορίτσι μου, κάνε κουράγιο. Άντε γεια σου, (τη βοηθάει να σηκωθεί και την τοποθετούν στο καρότσι. Την ίδια στιγμή στο σούρουπο που ολοένα πυκνώνει ακούγεται το χωνί.)
ΤΟ ΧΩΝΙ: Προσοχή, Προσοχή, σας μιλά το ΕΑΜ… (όλοι σταματούν και προσέχουν)
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι είπε, ΕΑΜ; Τι είν’ αυτό.
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω. Σωπάτε… σωπάτε… (διαβάτες στέκονται ν’ ακούσουν. Το άρρωστο κορίτσι πιασμένο από τα πλάγια του αμαξιού ανασηκώνεται κι  ακούει).
ΤΟ ΧΩΝΙ: Σας μιλά το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Η σημερινή σκλαβιά που περνάμε είναι η πιο αβάσταχτη στην ιστορία μας. Κι άλλοτε ο λαός μας πέρασε χρόνια μαύρης δουλείας. Κι αν ως τα σήμερα έζησε, είναι γιατί πάντα αντιστάθηκε στον ξένο ζυγό. Κι αυτό είναι σήμερα το χρέος μας. Ν’ αντισταθούμε! Μέρες φριχτές, μέρες τρομερής δοκιμασίας περνάμε. Ακόμα πιο φριχτές μας περιμένουν. Από μας όμως εξαρτάται πάλι να ξαναζήσομε ελεύθεροι. Ο αγώνας δε θα ’ναι εύκολος, μα η λευτεριά αξίζει κάθε θυσία. Θα κάμομε πάλι την Ελλάδα ελεύθερη και ανεξάρτητη, κτήμα του Λαού της! Αδέρφια μας Έλληνες και Ελληνίδες, νιάτα ελληνικά. Εμπρός για το καινούργιο εθνικό ξεκίνημα. Εμπρός για τον Εθνικό Συναγερμό. Εμπρός για μια Ελεύθερη Πατρίδα. Όσες κι αν είναι οι θυσίες θα τις προσφέρομε και θα νικήσομε. Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα. «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά».
(Όλος ο μαζεμένος κόσμος σιγά και κατανυχτικά τραγουδά τον ύμνο κι όλοι σαν από διαταγή πάνε προς τη φωνή που τους καλεί.)